Thesauros Literature History Μιθριδάτειος

Μιθριδάτειος

Μιθριδάτειος Appianus of Alexandria
Lines
1.1 – 1.2 1.3 – 1.3 1.4 – 1.4 1.5 – 1.5 1.6 – 1.6 1.7 – 2.8 2.9 – 2.10 2.11 – 2.11 2.12 – 2.12 2.13 – 2.13 2.14 – 2.14 3.15 – 3.15 3.16 – 3.16 3.17 – 3.17 3.18 – 3.18 3.19 – 3.19 3.20 – 3.21 4.22 – 4.22 4.23 – 4.23 4.24 – 4.24 4.25 – 4.25 4.26 – 4.26 4.27 – 4.27 5.28 – 5.28 5.29 – 5.29 5.30 – 5.30 5.31 – 5.31 5.32 – 5.33 5.34 – 5.34 5.35 – 5.35 5.36 – 5.36 5.37 – 5.37 6.38 – 6.39 6.40 – 6.40 6.41 – 6.41 6.42 – 6.42 6.43 – 6.43 6.44 – 6.44 6.45 – 6.45 7.46 – 7.46 7.47 – 7.47 7.48 – 7.48 7.49 – 7.49 7.50 – 7.50 8.51 – 8.51 8.52 – 8.52 8.53 – 8.53 8.54 – 8.55 8.55 – 8.55 8.56 – 8.56 8.57 – 8.57 8.58 – 9.59 9.59 – 9.60 9.60 – 9.61 9.62 – 9.62 9.63 – 9.64 9.64 – 9.64 9.65 – 9.65 9.66 – 9.66 10.67 – 10.67 10.68 – 10.68 10.69 – 10.69 10.70 – 10.70 10.71 – 10.71 11.72 – 11.72 11.73 – 11.73 11.74 – 11.74 11.75 – 11.75 11.76 – 11.76 11.77 – 11.77 11.78 – 11.78 12.79 – 12.79 12.80 – 12.80 12.81 – 12.81 12.82 – 12.82 12.83 – 12.83 12.84 – 12.84 12.85 – 12.85 12.86 – 13.87 13.88 – 13.88 13.89 – 13.89 13.90 – 14.91 14.92 – 14.92 14.93 – 14.93 14.94 – 14.94 14.95 – 14.95 14.96 – 14.96 15.97 – 15.98 15.99 – 15.99 15.100 – 15.100 15.101 – 15.101 15.102 – 15.102 15.103 – 15.103 15.104 – 15.104 15.105 – 15.105 16.106 – 16.106 16.107 – 16.107 16.108 – 16.108 16.109 – 16.109 16.110 – 16.110 16.111 – 16.111 16.112 – 16.112 16.113 – 16.113 17.114 – 17.114 17.115 – 17.115 17.116 – 17.116 17.117 – 17.117 17.118 – 17.118 17.119 – 17.119 17.120 – 17.120 17.121 – 17.121
8.53 ὁ δὲ Φιμβρίας, ἐπιὼν τὴν Ἀσίαν, ἐκόλαζε τοὺς καππαδοκίσαντας, καὶ τῶν οὐ δεχομένων αὐτὸν τὴν χώραν ἐλεηλάτει. Ἰλιεῖς δὲ πολιορκούμενοι πρὸς αὐτοῦ κατέφυγον μὲν ἐπὶ Σύλλαν, Σύλλα δὲ φήσαντος αὐτοῖς ἥξειν, καὶ κελεύσαντος ἐν τοσῷδε Φιμβρίᾳ φράζειν ὅτι σφᾶς ἐπιτετρόφασι τῷ Σύλλᾳ, πυθόμενος ὁ Φιμβρίας ἐπῄνεσε μὲν ὡς ἤδη Ῥωμαίων φίλους, ἐκέλευσε δὲ καὶ αὑτὸν ὄντα Ῥωμαῖων ἔσω δέχεσθαι, κατειρωνευσάμενός τι καὶ τῆς συγγενείας τῆς οὔσης ἐς Ῥωμαίους Ἰλιεῦσιν. ἐσελθὼν δὲ τοὺς ἐν ποσὶ πάντας ἔκτεινε καὶ πάντα ἐνεπίμπρη, καὶ τοὺς πρεσβεύσαντας ἐς τὸν Σύλλαν ἐλυμαίνετο ποικίλως, οὔτε τῶν ἱερῶν φειδόμενος οὔτε τῶν ἐς τὸν νεὼν τῆς Ἀθηνᾶς καταφυγόντων, οὓς αὐτῷ νεῷ κατέπρησεν. κατέσκαπτε δὲ καὶ τὰ τείχη, καὶ τῆς ἐπιούσης ἠρεύνα περιιὼν μή τι συνέστηκε τῆς πόλεως ἔτι. ἡ μὲν δὴ χείρονα τῶν ἐπὶ Ἀγαμέμνονος παθοῦσα ὑπὸ συγγενοῦς διωλώλει, καὶ οἰκόπεδον οὐδὲν αὐτῆς οὐδʼ ἱερὸν οὐδʼ ἄγαλμα ἔτι ἦν· τὸ δὲ τῆς Ἀθηνᾶς ἕδος, ὃ Παλλάδιον καλοῦσι καὶ διοπετὲς ἡγοῦνται, νομίζουσί τινες εὑρεθῆναι τότε ἄθραυστον, τῶν ἐπιπεσόντων τειχῶν αὐτὸ περικαλυψάντων, εἰ μὴ Διομήδης αὐτὸ καὶ Ὀδυσσεὺς ἐν τῷ Τρωϊκῷ ἔργῳ μετήνεγκαν ἐξ Ἰλίου.
8.53 τάδε μὲν δὴ Φιμβρίας ἐς Ἴλιον εἰργάζετο, ληγούσης ἄρτι τῆς τρίτης καὶ ἑβδομηκοστῆς καὶ ἑκατοστῆς ὀλυμπιάδος. καί τινες ἡγοῦνται τὸ πάθος αὐτῇ τόδε μετʼ Ἀγαμέμνονα χιλίοις καὶ πεντήκοντα ἔτεσι γενέσθαι μάλιστα.

nav.navigate

nav.identity

common.settings

common.language
TR EN
common.theme